«Η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια. Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διαμορφωθεί σε 2,2% το 2024, να επιταχυνθεί σε 2,5% το 2025 και να υποχωρήσει ελαφρά σε 2,3% το 2026, σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΤτΕ», τόνισε μεταξύ άλλων ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ειδική έκδοση της Καθημερινής «CEOs 2025».
Ακόμη στην ερώτηση «πού βλέπετε να βρίσκεται η Ελλάδα και η οικονομία της μετά από 5 χρόνια», ο κ. Στουρνάρας, επισήμανε ότι «η ελληνική οικονομία θα εξακολουθήσει, μετά από 5 χρόνια, να αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, εφόσον η οικονομική πολιτική συνεχίσει στον ίδιο δρόμο των μεταρρυθμίσεων, της αποτελεσματικής χρήσης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και της δημοσιονομικής υπευθυνότητας.
«Κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής δραστηριότητας τα επόμενα έτη θα συνεχίσουν να είναι οι επενδύσεις, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές. Συνολικά, θεωρώ ότι η ελληνική οικονομία θα εξακολουθήσει, μετά από 5 χρόνια, να αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, εφόσον η οικονομική πολιτική συνεχίσει στον ίδιο δρόμο των μεταρρυθμίσεων, της αποτελεσματικής χρήσης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και της δημοσιονομικής υπευθυνότητας. Αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει στην περαιτέρω υποχώρηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ και θα βοηθήσει ώστε η πιστοληπτική αξιολόγηση του Ελληνικού Δημοσίου να προσεγγίσει τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης».
Επίσης όπως ανέφερε ο κ.Στουρνάρας «η μεταρρυθμιστική κόπωση αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για την περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου σωρεύονται νέες αβεβαιότητες. Η γεωπολιτική αστάθεια, οι τεχνολογικές προκλήσεις, η πράσινη μετάβαση, η παραγωγική αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι μερικοί μόνο τομείς που επιτάσσουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας σε εξωγενείς διαταραχές και καθιστούν αναγκαία τη διατήρηση, μεσοπρόθεσμα, υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Σε αυτή τη κατεύθυνση, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να εστιάσει στη διατήρηση της δυναμικής των μεταρρυθμίσεων, ενισχύοντας την εθνική ιδιοκτησία των σχεδιαζόμενων αλλαγών»
